Θοδωρη Γκονη,Θελουν το χρονο τους(απο το blog του Σταθη Τσαγκαρουσιανου στη LIFO)

ΘΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥΣ, θέλουν τον πόνο τους, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ξεφτέρια, ατσίδες, σαλταδόροι, επιτήδειοι, καπάτσοι, δεν καλιγώνουν τον ψύλλο, δεν είναι διαβόλου κάλτσες, δεν καρφώνουν σε πρώτο χρόνο, δεν είναι βόλλεϋ-μπωλ, θέλουν τον χρόνο τους, δεν είναι όλοι απ’ αυτούς που δεν αφήνουν τίποτα να πέσει χάμω, που άμα τη εμφανίσει πέφτουν όλοι ξεροί. Μπορεί για δύο και τρία πρωταθλήματα ίσα ίσα να στέκονται στα πόδια τους ή και να σέρνονται και ξαφνικά —καθόλου ξαφνικά— στον τέταρτο τον χρόνο να τρίβεις τα μάτια σου, να μην τον αναγνωρίζεις, να πετάει και να λες: Είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να τον βλέπεις για χρόνια πάνω στη σκηνή να ψάχνει, να χάνεται σε ξέρες και σε αδιέξοδα και ξαφνικά -καθόλου ξαφνικά— να βγαίνει και να έρχεται από δικό του, καταδικό του δρόμο, φωτεινός κι ανάλαφρος σαν σκέψη πρωινή και να αναρωτιέσαι φωναχτά: Δεν είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να γράφει, να σβήνει πιο πολύ, να αμφιβάλλει, να φοβάται και να ντρέπεται να δείξει τα χαρτιά του και ξαφνικά-καθόλου ξαφνικά- ν’ ανοίξει πόρτες και παράθυρα, συρτάρια και τρεχούμενα νερά και τα τραγούδια του να τρέχουν, να κυλάνε σε βραγές, σε άγκαλιές, σε στόματα και σκαλοπάτια. Και να ρωτάς: Αυτός είναι ή συνωνυμία; Αυτός είναι. Ο άνθρωπος ήθελε τον χρόνο του, γυμναζόταν όταν εσύ βαθμολογούσες με το κόκκινο στιλό και τις απόψεις σου, όταν ξεδίπλωνες τις βαθυστόχαστές σου σκέψεις και τις κριτικές, αυτός έπινε το μαύρο γάλα, μεγάλωνε, κουβάλαγε, έχτιζε στην άμμο πύργους, έπλαθε τα χωματένια του πουλάκια, και όταν ήρθε εκείνη η ώρα φύσηξε στο στόμα τους και τούς έδωσε ζωή, φτερό, άνοιξε τα φτερά του, πέταξε. Πριν ήθελε την ενθάρρυνση και την εγκαρδίωση, το κλίμα το καλό, την τάφρο, το ανάχωμα, την προστασία απο τον φθόνο, τη μικροπρέπεια και την αντιζηλία, το «κάτω τα χέρια απ’αυτόν», το μάτι να τον δει, τον ραβδοσκόπο, τον ευαίσθητο ανιχνευτή, να πιάσει τα υπόγεια νερά, το τρέμουλο και τη λαχτάρα, τότε χρειαζόταν τον αέρα του ν’ ανθίσει, να δέσει τον καρπό, τώρα δεν τα χρειάζεται, δεν σας χρειάζεται, δυνάμωσε, φτάνει και περισσεύει η δύναμή του. Θέλουν τον χρόνο τους οι άνθρωποι, το πείσμα, τον ιδρώτα και την πίστη για πυξίδα τους. Τα σοβαρά τα στόματα, οι δάσκαλοι οι παλιοί, αυτό ορίζουν για ταλέντο. Μονάχα αυτό και τίποτε άλλο. Και λεν και κάτι ακόμα, πιο βαρύ και δύσκολο, αυτοί που θέλουνε πραγματικά να κάνουν κάτι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και βγαίνουν ξαφνικά -κΘΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥΣ, θέλουν τον πόνο τους, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ξεφτέρια, ατσίδες, σαλταδόροι, επιτήδειοι, καπάτσοι, δεν καλιγώνουν τον ψύλλο, δεν είναι διαβόλου κάλτσες, δεν καρφώνουν σε πρώτο χρόνο, δεν είναι βόλλεϋ-μπωλ, θέλουν τον χρόνο τους, δεν είναι όλοι απ’ αυτούς που δεν αφήνουν τίποτα να πέσει χάμω, που άμα τη εμφανίσει πέφτουν όλοι ξεροί. Μπορεί για δύο και τρία πρωταθλήματα ίσα ίσα να στέκονται στα πόδια τους ή και να σέρνονται και ξαφνικά —καθόλου ξαφνικά— στον τέταρτο τον χρόνο να τρίβεις τα μάτια σου, να μην τον αναγνωρίζεις, να πετάει και να λες: Είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να τον βλέπεις για χρόνια πάνω στη σκηνή να ψάχνει, να χάνεται σε ξέρες και σε αδιέξοδα και ξαφνικά -καθόλου ξαφνικά— να βγαίνει και να έρχεται από δικό του, καταδικό του δρόμο, φωτεινός κι ανάλαφρος σαν σκέψη πρωινή και να αναρωτιέσαι φωναχτά: Δεν είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να γράφει, να σβήνει πιο πολύ, να αμφιβάλλει, να φοβάται και να ντρέπεται να δείξει τα χαρτιά του και ξαφνικά-καθόλου ξαφνικά- ν’ ανοίξει πόρτες και παράθυρα, συρτάρια και τρεχούμενα νερά και τα τραγούδια του να τρέχουν, να κυλάνε σε βραγές, σε άγκαλιές, σε στόματα και σκαλοπάτια. Και να ρωτάς: Αυτός είναι ή συνωνυμία; Αυτός είναι. Ο άνθρωπος ήθελε τον χρόνο του, γυμναζόταν όταν εσύ βαθμολογούσες με το κόκκινο στιλό και τις απόψεις σου, όταν ξεδίπλωνες τις βαθυστόχαστές σου σκέψεις και τις κριτικές, αυτός έπινε το μαύρο γάλα, μεγάλωνε, κουβάλαγε, έχτιζε στην άμμο πύργους, έπλαθε τα χωματένια του πουλάκια, και όταν ήρθε εκείνη η ώρα φύσηξε στο στόμα τους και τούς έδωσε ζωή, φτερό, άνοιξε τα φτερά του, πέταξε. Πριν ήθελε την ενθάρρυνση και την εγκαρδίωση, το κλίμα το καλό, την τάφρο, το ανάχωμα, την προστασία απο τον φθόνο, τη μικροπρέπεια και την αντιζηλία, το «κάτω τα χέρια απ’αυτόν», το μάτι να τον δει, τον ραβδοσκόπο, τον ευαίσθητο ανιχνευτή, να πιάσει τα υπόγεια νερά, το τρέμουλο και τη λαχτάρα, τότε χρειαζόταν τον αέρα του ν’ ανθίσει, να δέσει τον καρπό, τώρα δεν τα χρειάζεται, δεν σας χρειάζεται, δυνάμωσε, φτάνει και περισσεύει η δύναμή του. Θέλουν τον χρόνο τους οι άνθρωποι, το πείσμα, τον ιδρώτα και την πίστη για πυξίδα τους. Τα σοβαρά τα στόματα, οι δάσκαλοι οι παλιοί, αυτό ορίζουν για ταλέντο. Μονάχα αυτό και τίποτε άλλο. Και λεν και κάτι ακόμα, πιο βαρύ και δύσκολο, αυτοί που θέλουνε πραγματικά να κάνουν κάτι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και βγαίνουν ξαφνικά -καθόλου ξαφνικά— από εκεί που δεν το περιμένεις. Πηγή: www.lifo.grαθόλου ξαφνικά— από εκεί που δεν το περιμένεις. Πηγή: www.lifo.gr

Copyright © 2012-2013. 3ο Γενικό Λύκειο Ρεθύμνου. All Rights Reserved.