ΕΝ ΛΕΥΚΩ(Νατασσα Μποφιλιου)-αποχαιρετισμος στον ΝΙΚΟ ΓΚΙΟΥΡΑ

Εν λευκώ Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο; Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου και το μετά απ' το μετά γνωρίζω Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα" τώρα δε θα 'χα τη φωτιά στο αίμα Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρη η τρέλα Αν είχε σώμα θα 'ταν πάλι ψέμα. Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη και τη χαρίζω σ' όποιον μου εξηγήσει να 'χει το μέλλον μου να επιλέξει ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει... Τίποτα σημαντικό. Ζω μονάχα εν λευκώ... Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι το πρόβλημά μου η υπερβολή μου κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα. Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις. Και σε λυπούνται που δεν το 'χεις νιώσει κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος. Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω με μια ελπίδα να 'ναι σαν κι εμένα... Τίποτα σημαντικό... Ζω μονάχα εν λευκώ.... Τίποτα σημαντικό.... Ζω μονάχα εν λευκώ.... Τίποτα σημαντικό.... Ζω μονάχα εν λευκώ...

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ(Δεσποινα Βανδη)

Καρδιά μου από Δευτέρα σε Δευτέρα Μήνες τώρα νύχτα μέρα Σε σκέφτομαι Και πάω να τρελαθώ Καρδιά μου ο χρόνος σαν νεράκι τρέχει Πίσω γυρισμό δεν έχει Κι ό,τι ζούμε Είναι μοναδικό Για αυτό και μην αργείς Έλα αμέσως κοντά μου Κι άλλο μόνη Μη μ' αφήνεις καρδιά μου Χριστούγεννα όπου να `ναι φτάνουν Και τα κλάματα με πιάνουν Που δεν μπορώ Μαζί σου Να `μαι εγώ Βλέπω τον Αϊ Βασίλη Να μου χαμογελάει Κι η έλλειψη σου Δυο φορές με πονάει Χριστούγεννα ήρθαν πάλι Μα είσαι πάλι Μακριά μου Αχ και να σε είχα εδώ μωρό μου Στο πλευρό μου Αγκαλιά μου Ναι Χριστούγεννα ήρθαν πάλι Μα είσαι πάλι Μακριά μου Μόνο εσένα έχω μωρό μου Στο μυαλό μου Στην καρδιά μου Xριστούγεννα, Χριστούγεννα Ευτυχισμένα Δε γίνονται, δε γίνονται Χωρίς εσένα Χριστούγεννα, Χριστούγεννα Ευτυχισμένα Δε γίνονται καρδούλα μου Χωρίς εσένα Γυρνάω στους δρόμους μόνη και χαζεύω Βλέπω ανθρώπους και ζηλεύω Που φαίνονται Γεμάτοι από χαρά Πιασμένα χέρι χέρι ζευγαράκια Καθισμένα σε παγκάκια Πονάει πολύ Απόψε η μοναξιά

Παντελης Θαλασσινος,Δοξα Δεκεμβρη μηνα

♫♫♫ Παντελής Θαλασσινός ♫♫♫ Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης Μουσική: Παντελής Θαλασσινός Στολίζω δέντρο με τα χιόνια του Χριστού τραπέζι στρώνω με τα δώρα του χειμώνα εσύ το φως ενός ορίζοντα κλειστού που ρο φορώ του ταξιδιού μου αρραβώνα. Ανάβω φώτα και λαμπιόνια ζωηρά και μες στη φλόγα της γιορτής κεράκι λιώνω φωτογραφίζω αναμνήσεις στη σειρά να σε θυμάμαι όσο λείπω ένα χρόνο Παραμονή Πρωτοχρονιάς θα σε φιλήσω και μια ευχή πάνω στα χείλη σου θ’ αφήσω καθώς αργά θα ξετυλίγεις τον καιρό σου σαν παραμύθι να με βλέπεις στ’ όνειρό σου... Ζυμώνω δώδεκα Χριστόψωμα ζεστά με της αγάπης τη μαγιά κι άσπρο αλεύρι να τα μοιράσεις σε παιδάκια γελαστά να’ χουν να λένε για τη δόξα του Δεκέμβρη Παραμονή Πρωτοχρονιάς θα σε φιλήσω και μια ευχή πάνω στα χείλη σου θ’ αφήσω καθώς αργά θα ξετυλίγεις τον καιρό σου σαν παραμύθι να με βλέπεις στ’ όνειρό σου...

Θοδωρη Γκονη,Θελουν το χρονο τους(απο το blog του Σταθη Τσαγκαρουσιανου στη LIFO)

ΘΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥΣ, θέλουν τον πόνο τους, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ξεφτέρια, ατσίδες, σαλταδόροι, επιτήδειοι, καπάτσοι, δεν καλιγώνουν τον ψύλλο, δεν είναι διαβόλου κάλτσες, δεν καρφώνουν σε πρώτο χρόνο, δεν είναι βόλλεϋ-μπωλ, θέλουν τον χρόνο τους, δεν είναι όλοι απ’ αυτούς που δεν αφήνουν τίποτα να πέσει χάμω, που άμα τη εμφανίσει πέφτουν όλοι ξεροί. Μπορεί για δύο και τρία πρωταθλήματα ίσα ίσα να στέκονται στα πόδια τους ή και να σέρνονται και ξαφνικά —καθόλου ξαφνικά— στον τέταρτο τον χρόνο να τρίβεις τα μάτια σου, να μην τον αναγνωρίζεις, να πετάει και να λες: Είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να τον βλέπεις για χρόνια πάνω στη σκηνή να ψάχνει, να χάνεται σε ξέρες και σε αδιέξοδα και ξαφνικά -καθόλου ξαφνικά— να βγαίνει και να έρχεται από δικό του, καταδικό του δρόμο, φωτεινός κι ανάλαφρος σαν σκέψη πρωινή και να αναρωτιέσαι φωναχτά: Δεν είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να γράφει, να σβήνει πιο πολύ, να αμφιβάλλει, να φοβάται και να ντρέπεται να δείξει τα χαρτιά του και ξαφνικά-καθόλου ξαφνικά- ν’ ανοίξει πόρτες και παράθυρα, συρτάρια και τρεχούμενα νερά και τα τραγούδια του να τρέχουν, να κυλάνε σε βραγές, σε άγκαλιές, σε στόματα και σκαλοπάτια. Και να ρωτάς: Αυτός είναι ή συνωνυμία; Αυτός είναι. Ο άνθρωπος ήθελε τον χρόνο του, γυμναζόταν όταν εσύ βαθμολογούσες με το κόκκινο στιλό και τις απόψεις σου, όταν ξεδίπλωνες τις βαθυστόχαστές σου σκέψεις και τις κριτικές, αυτός έπινε το μαύρο γάλα, μεγάλωνε, κουβάλαγε, έχτιζε στην άμμο πύργους, έπλαθε τα χωματένια του πουλάκια, και όταν ήρθε εκείνη η ώρα φύσηξε στο στόμα τους και τούς έδωσε ζωή, φτερό, άνοιξε τα φτερά του, πέταξε. Πριν ήθελε την ενθάρρυνση και την εγκαρδίωση, το κλίμα το καλό, την τάφρο, το ανάχωμα, την προστασία απο τον φθόνο, τη μικροπρέπεια και την αντιζηλία, το «κάτω τα χέρια απ’αυτόν», το μάτι να τον δει, τον ραβδοσκόπο, τον ευαίσθητο ανιχνευτή, να πιάσει τα υπόγεια νερά, το τρέμουλο και τη λαχτάρα, τότε χρειαζόταν τον αέρα του ν’ ανθίσει, να δέσει τον καρπό, τώρα δεν τα χρειάζεται, δεν σας χρειάζεται, δυνάμωσε, φτάνει και περισσεύει η δύναμή του. Θέλουν τον χρόνο τους οι άνθρωποι, το πείσμα, τον ιδρώτα και την πίστη για πυξίδα τους. Τα σοβαρά τα στόματα, οι δάσκαλοι οι παλιοί, αυτό ορίζουν για ταλέντο. Μονάχα αυτό και τίποτε άλλο. Και λεν και κάτι ακόμα, πιο βαρύ και δύσκολο, αυτοί που θέλουνε πραγματικά να κάνουν κάτι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και βγαίνουν ξαφνικά -κΘΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥΣ, θέλουν τον πόνο τους, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ξεφτέρια, ατσίδες, σαλταδόροι, επιτήδειοι, καπάτσοι, δεν καλιγώνουν τον ψύλλο, δεν είναι διαβόλου κάλτσες, δεν καρφώνουν σε πρώτο χρόνο, δεν είναι βόλλεϋ-μπωλ, θέλουν τον χρόνο τους, δεν είναι όλοι απ’ αυτούς που δεν αφήνουν τίποτα να πέσει χάμω, που άμα τη εμφανίσει πέφτουν όλοι ξεροί. Μπορεί για δύο και τρία πρωταθλήματα ίσα ίσα να στέκονται στα πόδια τους ή και να σέρνονται και ξαφνικά —καθόλου ξαφνικά— στον τέταρτο τον χρόνο να τρίβεις τα μάτια σου, να μην τον αναγνωρίζεις, να πετάει και να λες: Είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να τον βλέπεις για χρόνια πάνω στη σκηνή να ψάχνει, να χάνεται σε ξέρες και σε αδιέξοδα και ξαφνικά -καθόλου ξαφνικά— να βγαίνει και να έρχεται από δικό του, καταδικό του δρόμο, φωτεινός κι ανάλαφρος σαν σκέψη πρωινή και να αναρωτιέσαι φωναχτά: Δεν είναι δυνατόν, αυτός είναι; Να γράφει, να σβήνει πιο πολύ, να αμφιβάλλει, να φοβάται και να ντρέπεται να δείξει τα χαρτιά του και ξαφνικά-καθόλου ξαφνικά- ν’ ανοίξει πόρτες και παράθυρα, συρτάρια και τρεχούμενα νερά και τα τραγούδια του να τρέχουν, να κυλάνε σε βραγές, σε άγκαλιές, σε στόματα και σκαλοπάτια. Και να ρωτάς: Αυτός είναι ή συνωνυμία; Αυτός είναι. Ο άνθρωπος ήθελε τον χρόνο του, γυμναζόταν όταν εσύ βαθμολογούσες με το κόκκινο στιλό και τις απόψεις σου, όταν ξεδίπλωνες τις βαθυστόχαστές σου σκέψεις και τις κριτικές, αυτός έπινε το μαύρο γάλα, μεγάλωνε, κουβάλαγε, έχτιζε στην άμμο πύργους, έπλαθε τα χωματένια του πουλάκια, και όταν ήρθε εκείνη η ώρα φύσηξε στο στόμα τους και τούς έδωσε ζωή, φτερό, άνοιξε τα φτερά του, πέταξε. Πριν ήθελε την ενθάρρυνση και την εγκαρδίωση, το κλίμα το καλό, την τάφρο, το ανάχωμα, την προστασία απο τον φθόνο, τη μικροπρέπεια και την αντιζηλία, το «κάτω τα χέρια απ’αυτόν», το μάτι να τον δει, τον ραβδοσκόπο, τον ευαίσθητο ανιχνευτή, να πιάσει τα υπόγεια νερά, το τρέμουλο και τη λαχτάρα, τότε χρειαζόταν τον αέρα του ν’ ανθίσει, να δέσει τον καρπό, τώρα δεν τα χρειάζεται, δεν σας χρειάζεται, δυνάμωσε, φτάνει και περισσεύει η δύναμή του. Θέλουν τον χρόνο τους οι άνθρωποι, το πείσμα, τον ιδρώτα και την πίστη για πυξίδα τους. Τα σοβαρά τα στόματα, οι δάσκαλοι οι παλιοί, αυτό ορίζουν για ταλέντο. Μονάχα αυτό και τίποτε άλλο. Και λεν και κάτι ακόμα, πιο βαρύ και δύσκολο, αυτοί που θέλουνε πραγματικά να κάνουν κάτι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και βγαίνουν ξαφνικά -καθόλου ξαφνικά— από εκεί που δεν το περιμένεις. Πηγή: www.lifo.grαθόλου ξαφνικά— από εκεί που δεν το περιμένεις. Πηγή: www.lifo.gr

SCORPIONS,Wind of change

Copyright © 2012-2013. 3ο Γενικό Λύκειο Ρεθύμνου. All Rights Reserved.