Τα τζιτζικια(ποιηση Οδυσσεα Ελυτη,μουσικη Λινου Κοκοτου,τραγουδι Μιχαλης Βιολαρης)

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΣΚΟ ΤΟΥ 1972, ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ, ΠΟΥ ΣΥΝΕΘΕΣΕ Ο ΛΙΝΟΣ ΚΟΚΟΤΟΣ, ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΝΤΟΛΗΣ ΠΟΥ ΠΗΡΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΤΟΤΕ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ , ΑΛΕΚΟ ΠΑΤΣΙΦΑ. ΟΛΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ , ΤΟΥ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΑ ΠΟΙΗΤΗ ΜΑΣ. 

Η Παναγιά τα πέλαγα
κρατούσε στη ποδιά της
τη Σίκινο, την Αμοργό
και τ’ άλλα τα παιδιά της

Ε, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώραν η καλή
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει;
κι όλοι αποκρίνονται μαζί

Ζι ,και ζι και ζι και ζι και ζι
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει

Απο την άκρη του καιρού
και πίσω απ’ τους χειμώνες
άκουγα σφύριζ΄ η μπουρού
κι εβγαίναν οι γοργόνες

Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ’ αρμυρίκια
σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια

Ιουλιος πορθητης(Παντελης Θαλασσινος)

επιμέλεια βίντεο:rainbowcreta
Φοράει νύχτα στα μαλλιά του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή.

Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε παϊτόνι ολόχρυσο στους δρόμους τ' ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού.

Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιός τ αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άστρο ανέσπερο και φως εωθινό.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ( Νατασσα Μποφιλιου)

Καλοκαίρι

Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Δίσκος: Πρώτες Λέξεις


Θες να χαθεί κι αυτή η μέρα;
Θέλεις να μείνουμε σ’ αυτά που σε χαλάνε;
Δεν θες να μάθουμε τι έχει παραπέρα;
Δεν θες να δούμε αυτοί οι δρόμοι ως πού πάνε;


Θες να κολλήσουμε στα ίδια;
Σε μια κουβέντα παραπάνω, μισό χάδι;
Να τρέξουν πάλι μες στα πόδια μας τα φίδια;
Με δηλητήρια θα το βγάλουμε το βράδυ;

Αν η ζωή μου είναι μια μέρα
Είναι ακόμα μεσημέρι
Δεν θέλω πόρτα για χειμώνα
Θέλω να βγω στο καλοκαίρι


Θες να ματώσουμε στ’ αγκάθι;
Ν’ανοίξουμε άλλες δυο πληγές για το ποιος φταίει;
Όσο εμείς θα ψάχνουμε τα λάθη
Έξω η ζωή, σαν ήλιος κόκκινος θα καίει.

Οι παλιες μαμαδες(του Σταθη Παχιδη,στο Protagon)

Οι παλιές μαμάδες…

Στάθης ΠαχίδηςΣτάθης Παχίδης14 ΜΑΪΟΥ 2017, 04:17

Οι παλιές μαμάδες ήταν πάντα εκεί. Την ώρα που γύριζες απ’ το σχολείο, να δουν τα γόνατα σου τα γδαρμένα στο ποδόσφαιρο, να σε στείλουν να πλύνεις χέρια πριν το φαγητό, να μάθουν για τη μέρα που είχες.

Οι παλιές μαμάδες ήταν πάντα εκεί. Να σου κρατούν βιβλίο, να στη σπάνε για μελέτη κι επιμέλεια, να κρυφακούν τηλέφωνα, ραντεβού και παρέες, να αποδοκιμάζουν μ’ ένα βλέμμα, να σ’ απογειώνουν μ’ ένα άγγιγμα.

Οι παλιές μαμάδες ήταν πάντα εκεί. Την ώρα που άλλαζε το σώμα σου κι αναρωτιώσουν αν γίνεσαι λυκάνθρωπος ή αν είσαι η αιμάσσουσα αγαπημένη του κόμη Δράκουλα. Τις νύχτες που τον/την σκεφτόσουν, τις ώρες που το έσκαγες για τα πρώτα ραντεβού.

Οι παλιές μαμάδες ήταν πάντα εκεί, κυρίως όταν επέστρεφες από την κοπάνα ή όταν δικαιολογούσαν απουσίες, λάθη και ζαβολιές, ασπίδα μπροστά σ’ άτεγκτους δασκάλους και πατεράδες.

Οι παλιές μαμάδες ήταν πάντα εκεί. Επιστήμονες της τέχνης «κάνω-τα-στραβά-μάτια» και ιέρειες της συγχώρεσης, έστω και αν έκαναν πως δε μύριζε το δωμάτιο απ’ τα πρώτα καπνίσματα, έστω κι αν τάχα μου έπρεπε να λείψουν ως αργά έξω, για να αφήσουν το σπίτι έρμαιο για φιλίες, μουσικές ή έρωτες.

Οι παλιές μαμάδες ήταν πάντα εκεί. Για να κατανοήσουν το ακατανόητο, να εκφράσουν το ανείπωτο, να πετύχουν το δύσκολο. Για να δυναμώσουν το πέταγμα ή και για να ψαλιδίσουν τα φτερά – με βεβαιότητα έλεγαν πως αυτές ξέρουν, πάρε ζακέτα. Μεγαλώνοντας γιγαντώνει μέσα σου η πιθανότητα πως μάλλον τελικά ήξεραν και πως ο κόσμος αυτός χρειάζεται ζακέτα.

Οι νέες μαμάδες είναι αδικημένες γιατί κάνουν αγώνα χρόνου – κακούργα χειραφέτηση, κακούργα παραγωγή. Είναι ο αγώνας άνισος και η ήττα μάλλον προδιαγεγραμμένη γιατί ο κοινός χρόνος, η κοινή ζωή δεν υπάρχει. Οι νέες μαμάδες εξοικειώνουν δεκάχρονα με κλειδαριές ασφαλείας, κινητά του εφησυχασμού και φούρνους μικροκυμάτων, με ολοήμερα και τάχα δημιουργική απασχόληση, με πρόσωπα ξένα στο πόδι τους αλλά όχι και στην ψυχή των παιδιών. Το κέντρο του κόσμου, η εστία, μόνο από μαμάδες ξέρει και πολλαπλάσιο έως αβάσταχτο είναι το βάρος της νέας μαμάς, για να εστιάσει και να επικεντρώσει τις  ζωές τριγύρω της.

Γιατί οι παλιές μαμάδες ήταν πάντα εκεί. Γιατί οι παλιές μαμάδες, ακόμη κι αν έφυγαν, είναι πάντα εδώ.

 

 

Τανια Τσανακλιδου,ΜΑΜΑ ΓΕΡΝΑΩ(Για τη Μερα της Μητερας)

Μαμά γερνάω

Μουσική: Κραουνάκης Σταμάτης
Στίχοι: Νικολακοπούλου Λίνα

Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και στα φέρνω
Ρωτάς για την καριέρα μου τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω

Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα
για να ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα
κι ανοίγω το ψυγείο σου το έλα και τ αντίο σου
ζητούσα στη ζωή μου, πάνω απ όλα

Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω
και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς
ωραία, νέα κι ατυχής

Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα χω φυλαγμένα
και τέλειωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα
μαμά, όλα στον κόσμο είναι γραμμένα

Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σου φέρνω ανεμώνες
και κοίτα ένα μυστήριο του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σα δυο σταγόνες

Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω
και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς
ωραία, νέα κι ατυχής

Copyright © 2012-2013. 3ο Γενικό Λύκειο Ρεθύμνου. All Rights Reserved.